Η εγκυμοσύνη και τι πρέπει να γνωρίζετε

Η εγκυμοσύνη είναι μια εποχή που καμιά γυναίκα δεν θα ξεχάσει ποτέ και θα τη θυμάται με νοσταλγία , ακόμη και αν πέρασε κάποιες δυσκολίες.

Η κύηση είναι ένα ταξίδι στο όνειρο, αλλά πρέπει να έχει γίνει μια σωστή προετοιμασία όπως σε κάθε ταξίδι.

Η εγκυμοσύνη φέρνει κάποιες αλλαγές στο σώμα και από τις πρώτες εβδομάδες υπάρχει αύξηση του μεγέθους των μαστών με τάση έως και πόνο, παρατηρείται υπερχρωματισμός των θηλών και του δέρματος στη μέση γραμμή, κάτω απο τον ομφαλό, αλλά και στα χείλη του αιδοίου.

Η όρεξη άλλοτε αυξάνεται και άλλοτε μειώνεται, ενώ κάποιες μέλλουσες μαμάδες βασανίζονται από ναυτία και εμέτους, ειδικά στο πρώτο τρίμηνο.

Η κύηση, υπολογίζοντας από την πρώτη ημέρα της τελευταίας περιόδου διαρκεί 40 εβδομάδες μέχρι τη γέννηση, ή 38 εβδομάδες από την ημέρα της σύλληψης.

Κάθε γυναίκα θα πρέπει να επισκεφθεί το γυναικολόγο της, το αργότερο 7-10 ημέρες μετά την πρώτη χαμένη περίοδο, άσχετα εάν υπάρχει θετικό ή αρνητικό τέστ κυήσεως. Αξίζει να σημειωθεί ότι το τέστ αίματος (b HCG), θετικοποιείται 10 ημέρες μετά την σύλληψη, δηλαδή πριν καν υπάρξει "καθυστέρηση" και αποτελεί την ασφαλέστερη μέθοδο διάγνωσης.

Από την πρώτη στιγμή πρέπει η έγκυος να αρχίσει να παίρνει κάποιο σκεύασμα φυλλικού οξέος , με τη συνιστώμενη δοσολογία να είναι 400 μg έως 5 mgr.

Ο διακολπικός υπερηχογραφικός έλεγχος (TVS), εμφανίζει με σαφήνεια τον ενδομήτριο σάκκο κυήσεως και τη θετική καρδιακή λειτουργία, την 6η εβδομάδα της κύησης και είναι η καλύτερη μέθοδος να ελεγχθεί μια αρχόμενη κύηση.

Όταν διασφαλισθεί ότι υπάρχει ενδομήτρια κύηση, πρέπει να γίνει πλήρης προγεννητικός έλεγχος, ενώ ο υπερηχογραφικός έλεγχος συνεχίζεται τακτικά, αφού τις πρώτες 9 εβδομάδες ο κίνδυνος αποβολής είναι αυξημένος.

Ο προγεννητικός έλεγχος είναι πολύ σημαντικός να γίνεται στην αρχή της εγκυμοσύνης και περιλαμβάνει μια σειρά αιματολογικών και βιοχημικών εξετάσεων.

Συγκεκριμμένα απαιτείται να γίνουν οι παρακάτω εξετάσεις:

Γενική αίματος, ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης και τέστ δρεπανώσεως, έμμεσος COOMBS, Ομάδα αίματος και RHESUS, εξετάσεις για έλεγχο νεφρών και ήπατος, εξετάσεις για HIV, έλεγχος για ηπατίτιδες, αντισώματα ερυθράς, κυτταρομεγαλοιού και τοξοπλάσματος και φυσικά έλεγχος για θρομβοφιλία.

Απαραιτήτως πρέπει να γίνεται πλήρης γονιδιακός έλεγχος για κυστική ίνωση- αν από τα ασφαλιστικά ταμεία καλύπτεται μόνον η εξέταση για τη μετάλλαξη Δf 508 πού καλύπτει το 50% των μεταλλάξεων στην Ελλάδα-αλλά και για βαρηκοΐα. Οπωσδήποτε πρέπει να γίνουν καλλιέργειες κολπικού υγρού για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και χλαμύδια, πρέπει να ελεγχθούν τα επίπεδα Βιταμίνης D και να γίνει έλεγχος θυρεοειδούς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κύηση το τέστ Παπανικολάου δεν αντενδείκνυται .

Το φθινόπωρο και μετά τις 12 εβδομάδες κύησης, συνιστάται οπωσδήποτε αντιγριπικός εμβολιασμός ενώ όταν υπάρχουν κρούσματα κοκύτη, ειδικά σε περιπτώσεις εγκύων που δεν έχουν αντισώματα συνιστάται εμβόλιο για τον κοκύτη.

Πρέπει επίσης να γίνεται έλεγχος για ιλαρά, διότι εάν δεν υπάρχει ανοσία θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις αφού αφενός η νόσος μεταδίδεται απίστευτα εύκολα και αφετέρου ο εμβολιασμός αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου η χορήγηση φαρμάκων πρέπει να γίνεται με πολύ μεγάλη προσοχή, διότι γίνεται η οργανογένεση και ο κίνδυνος για τερατογένεση είναι υπαρκτός.

Ο προγεννητικός έλεγχος επιβάλλει, εκτός του τακτικού μηνιαίου υπερηχογραφικού ελέγχου, να γίνουν τρείς βασικοί έλεγχοι, ο έλεγχος αυχενικής διαφάνειας στις 12 εβδομάδες, το αναλυτικό ανατομικό υπερηχογράφημα Β- επιπέδου στις 20 εβδομάδες και ο έλεγχος με DOPPLER στις 32 εβδομάδες.

Σήμερα υπάρχει διαθέσιμο to τεστ αίματος N.I.P.T., (Non Invasive Prenatal Test) που γίνεται με αιμοληψία απο τη μέλλουσα μαμά και συγκεκριμμένα απο τη 12η έως την 20ή εβδομάδα κύησης.

Με αυτό το τέστ διαπιστώνεται η ύπαρξη τρισωμίας 18, 13, 21 ( DOWN ) στο έμβρυο αλλά και μπορεί να ανιχνευθούν κάποιες φυλοσύνδετες χρωμοσωμικές ανωμαλίες του εμβρύου ( XXX, XXY).

Η ευαισθησία της μεθόδου είναι > 99% για σύνδρομο Down.

Τα αποτελέσματα είναι έτοιμα σε 2 εβδομάδες και εάν η απάντηση δείχνει χαμηλό κίνδυνο, τότε είναι εξαιρετικά χαμηλή,αλλά όχι μηδενική η πιθανότητα να υπάρχει χρωμοσωμική ανευπλοειδία.

Παρά την ύπαρξη όλων αυτών των νέων μεθόδων ελέγχου, μόνον οι επεμβατικές μέθοδοι, δηλαδή, είτε η αμνιοπαρακέντηση στις 16 εβδομάδες, είτε η λήψη τροφοβλάστης στις 13 εβδομάδες παρέχουν διαγνωστική ακρίβεια 999/1000 και καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα χρωματοσωματικών ανωμαλιών, έστω και εάν έχουν ένα πολύ μικρό κίνδυνο αποβολής.

Σε Rhesus αρνητικές εγκύους, είτε γίνει αμνιοπαρακέντηση είτε λήψη τροφοβλαστης θα πρέπει μέσα σε 48 ώρες να χορηγηθεί ειδική αντι-D σφαιρίνη.

Το ίδιο γίνεται και σε κάθε Rhesus αρνητική έγκυο κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου, αλλά και μετά τον τοκετό κάτι που θα εξαρτηθεί από την ομάδα αίματος του νεογνού.

Πρέπει να γίνεται έλεγχος βάρους και να μην παίρνει η έγκυος περισσότερα από 12 κιλά κατά τη διάρκεια της κυήσεως,

ενώ εάν άν δεν έχει τίτλους αντισωμάτων από τοξόπλασμα καλό είναι να προσέχει, να αποφεύγει την επαφή με κόπρανα γάτας αλλά και να φροντίζει να τρώει καλοψημένο κρέας και καλά πλυμένα λαχανικά.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καλό είναι να ελέγχεται η αρτηριακή πίεση και να μην υπερβαίνει το 130 max και 90 min. Μετά την 32η εβδομάδα της κυήσεως η μέτρηση της πίεσης πρέπει να γίνεται καθημερινά.