Διάγνωση και έλεγχος με κολποσκόπηση

Ο έλεγχος για τον καρκίνο τραχήλου μήτρας πραγματοποιείται είτε με τα παραδοσιακά συμβατικά κυτταρολογικά επιχρίσματα (παπ τέστ) είτε με το συνδυασμένο τέστ co- testing (pap test μαζί με HPV TEST), απο υλικό κυτταρολογίας υγρής φάσης (Thin prep).

Δυστυχώς μόνον το 30-40% των γυναικών στη χώρα μας ελέγχεται συστηματικά ενώ τα συνολικά παθολογικά αποτελέσματα φθάνουν το 10%, κάτι που σημαίνει δηλαδή ότι 1 στις 10 γυναίκες έχει παθολογικό παπ τέστ.

Ο περαιτέρω έλεγχος του παθολογικών τεστ Παπανικολάου πραγματοποιείται με κολποσκόπηση, είτε πρόκειται περί συμβατικών είτε περί συνδυαστικών τεστ. Η κολποσκόπηση είναι μια μέθοδος επισκόπησης της περιοχής κυρίως του τραχήλου της μήτρας αλλά και του αιδοίου , του κόλπου και του πρωκτού, με ειδικά μηχανήματα που διαθέτουν μεγεθυντικούς φακούς, ισχυρό φωτισμό αλογόνου, ή LED, πράσινο φίλτρο επισκόπησης αγγείων, camera και ειδικό monitor παρατήρησης, ενώ απαιτείται ειδικό software καταγραφής και ανάλυσης των δεδομένων.

Εφ όσον υπάρχει αρνητικό συνδυαστικό τέστ (co- testing), δηλαδή τόσο η μορφολογία των κυττάρων είναι φυσιολογική, αλλά και δεν ανιχνεύεται HPV λοίμωξη, τότε και εφόσον δεν υπάρχει ιστορικό, δεν απαιτείται περαιτέρω έλεγχος και κολποσκόπηση διότι η πιθανότητα να υπάρχει βλάβη είναι εξαιρετικά μικρή.

Η HPV μόλυνση, άν και συνήθως είναι παροδική, σε μερικές περιπτώσεις γίνεται επίμονη και ενεργοποιείται ο μηχανισμός καρκινογένεσης, κάτι που οδηγεί σε χαμηλόβαθμες αλλοιώσεις στην αρχή και στη συνέχεια σε υψηλόβαθμες ή και διηθητικό καρκίνο.

Σε περίπτωση παθολογικής κυτταρολογικής διάγνωσης ή θετικού HPV test, ή και των δύο, επιβάλλεται να γίνεται παραπομπή για κολποσκόπηση και εάν χρειασθεί βιοψία. Τα κυτταρολογικά δείγματα, με ένδειξη ASCUS, AGUS, ή HPV- χαμηλόβαθμη αλλοίωση CIN1 (LgSIL), αφορούν το 6-7% του ελεγχόμενου πληθυσμού, αλλά μετά τον πλήρη έλεγχο θα αποδειχθεί τελικά ότι μόνο το 30% των παραπεμπόμενων (2% του συνόλου) έχει σοβαρή βλάβη, ενώ σε αλλοιώσεις CIN2 και CIN3 (ΗgSIL), που αφορούν το 2-3 % του πληθυσμού η κολποσκόπηση θα αποδείξει τελικά ότι υπάρχει σοβαρή ενδοεπιθηλιακή βλάβη μόνον στα μισά περιστατικά. Συνολικά δηλαδή, παρατηρείται βαρειά βλάβη που χρήζει θεραπείας στο 3 % όσων ελέγχθηκαν με pap και καρκίνος σε 1/1000 γυναίκες.

Πέραν του παραδοσιακού HPV DNA test υπάρχει διαθέσιμο και το σύγχρονο HPV m-RNA test, ενώ στις περιπτώσεις εκείνες που προσπαθούμε να αποφύγουμε μια επέμβαση, όπως σε δυσπλασία CIN2 σε νέες κοπέλες, εφαρμόζονται και άλλοι βιοδείκτες παθολογίας τραχήλου (p16, Ki67, flow cytometry). Εξυπακούεται ότι η διερεύνηση ενός παθολογικού pap γίνεται από τον ειδικό που κατέχει την πιστοποίηση επάρκειας στην διαγνωστική και θεραπευτική κολποσκόπηση, πιστοποίηση που χορηγείται από τις αναγνωρισμένες ιατρικές επιστημονικές εταιρείες παθολογίας τραχήλου μήτρας (HSCCP, BSCCP, ASCCP, EFC, IFCPC).